νεογῑλός


νεογῑλός
νεο-γῑλός, ή, όν, neugeboren, jung; ὀδούς, Milchzahn

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • νεογιλός — ή, ό (Α νεογιλός, ή, όν) 1. αυτός που γεννήθηκε πρόσφατα, ο νεογέννητος («καί σε Κόως ἀτίταλλε βρέφος νεογιλὸν ἐόντα», Θεόκρ.) 2. (για τα δόντια) αυτός που φύεται πρώτος, πρωτοφυής, γαλαξίας («εἰσόκε μὲν νεογιλὸν ὑπὸ στομάτεσσιν ὀδόντα καὶ… …   Dictionary of Greek

  • νεογιλός — νεογῑλός , νεογιλός new born masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νεογιλά — νεογῑλά , νεογιλός new born neut nom/voc/acc pl νεογῑλά̱ , νεογιλός new born fem nom/voc/acc dual νεογῑλά̱ , νεογιλός new born fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νεογιλής — νεογιλής, ές (Α) ο νεογιλός. [ΕΤΥΜΟΛ. < νεογιλός*, κατά τα επίθ. σε ής] …   Dictionary of Greek

  • νεογιλῶν — νεογιλής masc/fem/neut gen pl (attic epic doric) νεογῑλῶν , νεογιλός new born fem gen pl νεογῑλῶν , νεογιλός new born masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νεογιλόν — νεογῑλόν , νεογιλός new born masc acc sg νεογῑλόν , νεογιλός new born neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νε(ο)- — και νιο [ΑΜ νε(ο) ] α συνθετικό πάμπολλων λέξεων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής που ανάγεται στο επίθ. νέος και στον νεοελλ. τ. νιος. Δηλώνει τις σημασίες: α) τού πρόσφατου, αυτού που έχει συντελεστεί προ ολίγου (πρβλ. νεο σφαγής, νιό βγαλτος,… …   Dictionary of Greek

  • νεογηλής — νεογηλής, ές (Α) ο νεογιλός*. [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται πιθ. για εσφαλμένη γραφή τού νεογιλής] …   Dictionary of Greek

  • νεογιλοῦ — νεογῑλοῦ , νεογιλός new born masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νεογιλούς — νεογῑλούς , νεογιλός new born masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νεογιλῆς — νεογιλής masc/fem acc pl (attic epic doric) νεογιλής masc/fem nom/voc pl (doric aeolic) νεογῑλῆς , νεογιλός new born fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.